ἄρσην

ἄρσην, -ενος
Grammatical information: adj.
Meaning: `male' (Il.).
Dialectal forms: Att. ἄρρην, Ion., Lesb., Cret. ἔρσην, Lac. ἄρσης
Derivatives: `Compar.' ἀρρέντερος `male' (Arc.), ἐρσεναίτερος (El.), after θηλύτερος?
Origin: IE [Indo-European] [81] *uers- `male'?
Etymology: With ἔρσην cf. Av. OPers. aršan- `man, male'; ἄρσην, ἄρρην will have zero grade, and is compared with Skt. r̥ṣa-bhá- `bull'. Doubtful is the connection with Skt. árṣati `flow'. Further there is Skt. vŕ̥ṣan- (to várṣati `rain'? s. on ἔρση, οὑρανός, οὑρέω); cf. Benveniste BSL 45, 100ff. - The difficulty is that an IE root cannot have vocalic anlaut; and h₁ would have given ἐ- throughout, and h₂ ἀ-. Therefore the word must have had Ϝ-; thus Peters, Lar. 9f. - Cf. ἀρνειός, ἀρνευτήρ.
Page in Frisk: 1,152-153

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἅρσην — ἄρσην , ἄρσην NT masc/fem nom/voc sg ἔρσην , ἄρσην NT masc/fem nom/voc sg (ionic) ἄρσην , ἄρσης NT masc acc sg (attic epic ionic) ἄρσην , ἄρσος neut acc sg ἔρσην , ἔρσα dew fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄρσην — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρσην — NT masc/fem nom/voc sg ἄρσης NT masc acc sg (attic epic ionic) ἄρσος neut acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρσην — βλ. άρρην. [ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαίος όρος, που χρησιμοποιήθηκε για τη δήλωση του αρσενικού γένους. Ο τ. απαντά ήδη από την αρχαία εποχή και στην επιστημονική ορολογία (γραμματική, βοτανική) για να δηλώσει αντιστοίχως το αρσ. γένος των ονομάτων και των… …   Dictionary of Greek

  • ἄρρενα — ἄρσην NT neut nom/voc/acc pl (attic) ἄρσην NT masc/fem acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρσενα — ἄρσην NT neut nom/voc/acc pl ἄρσην NT masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρσενα — ἄρσην NT neut nom/voc/acc pl (ionic) ἄρσην NT masc/fem acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρρένων — ἄρσην NT gen pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρσένων — ἄρσην NT gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρρεν — ἄρσην NT neut nom/voc/acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρρενας — ἄρσην NT masc/fem acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.